Πέμπτη, 30 Σεπτεμβρίου 2010

ΩΔΗ ΣΤΟΝ ΑΓΙΟ ΓΕΩΡΓΙΟ ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗ

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΙΑΤΡΟΠΟΥΛΟΣ

Στρατηγέ,

ένα ξανθό τριαντάφυλλο ικετεύει για μια στάλα οξυγόνο ένα αγόρι υποκλίνεταιμπροστά στο δέος της εφηβείας ένα παντελόνι χωρίς πόδια τραμπαλίζεται στον άνεμο, μια μακρινή σειρά από υποψίες ανεβαίνει αργά στον ορίζοντα μα είναι τάχα ετούτη η πατρίδα μας, Στρατηγέ;
Πού πήγανε τα αμπέλια και τα λιοστάσια;
Πού πήγαν τα τραγούδια των στρατιωτών;
Πού πήγανε οι ψαλμουδιές των γλάρων στα μεσοπέλαγα;
Πού πήγαν οι ηρωικές κραυγές των λευκών σελίδων της ιστορίας μας,
Πού πήγε ο τόπος μας Στρατηγέ;
Έφυγε, κυνήγα τον, πιάστε τον, συλλαμβάνεσαι,
Ελλάδα, συλλαμβάνεσαι,
φυλακίζεσαι στα όνειρά μου,
σε κρύβω από τους νόμους σου, 
σε προστατεύω απ τους δικαστές σου,
σε καταχωνιάζω από τους αστυνόμους σου,
να μη σε βρουν οι πολιτικάντηδες
και σε μοσχοπουλήσουν, να μη σε ξετρυπώσουν οι Εμπόροι της Φρίκης και σε μαστουριάσουν με λιβάνι ποτισμένο στο πετρέλαιο και στην ηρωίνη! 
Στρατηγέ μου, τι θα γίνουμε χωρίς Εμας; Τι να γράψουν Στρατηγέ οι νέοι ποιητές μου; σέρνουν τα χέρια τους στο πληκτρολόγιο και αγριεύουν, πάνε να χαϊδέψουν ένα κρινάκι και μαραίνεται βουρκώνουν και τους δίνουνε κολλύριο, στενάζουν και τους γράφουνε σιρόπια, σκοντάφτουν πικραμένοι πάνω στις αρχαίες πέτρες και τους συλλαμβάνουν για αρχαιοκαπηλία, κοιτάζουν το ματωμένο δειλινό στις κορυφογραμμές και τους σπρώχνουν στο νοσοκομειακό. ! 
Στρατηγέ μου! Πού ξέρεις, μπορεί απόψε το βράδυ, κάποιος να ερεθιστεί περίεργα από το κόλπο μας, και να σπάσει ένα ποτήρι, να σκίσει ένα πουκάμισο, να βάλει τα γέλια σε κάποιον επικήδειο, να τραβήξει τον πεθαμένο απ την κάσα να τον πάρει μαζί του ψηλά και να φύγουνε κοσμοδρομικά προς τα άστρα μ ένα βιολί στο χέρι και να πετάνε προκηρύξεις από φύλλα ροδακινιάς και ροδοπέταλα..
Που ξέρεις Στρατηγέ, δεν πέθανε η Ποίηση,
τα χρόνια γίνονται καιρός
και ο καιρός εποχή
κι η εποχή περίοδος.
Κοκκίνισε Στρατηγέ η γειτονιά των μυστικών,
θα αλλάξουν όλα,
ας κάνουμε και πάλι υπομονή..
Μην κλείνεις τα μάτια σου Γεώργιε Καραϊσκάκη!
Έχεις πολλά χιλιόμετρα μέσα σου ακόμα!
Κρέμασες το μαύρο γιλέκο σου
σημαία για τις πουτάνες,
τους φορτηγατζήδες
και τα απαράμιλλα γαλάζια όνειρα,
τα αλλιώτικα δικά μας, που στραφταλίζουν
σαν παιδικά ευχαριστώ και δώρα
που γεμίζουν αυτή τη νύχτα, έτσι που κρέμεται
σφαγμένη κάλτσα απ’ το ταβάνι..
Στρατηγέ η μέγγενη με σφίγγει! Θα τη σπάσω!
Δεν έχω πια παραδοχές! 
Αϊτέ παλληκαρά!
Παραμάσχαλα στον ύπνο των δικαίων
χαλαρωμένος ακουμπάς στο άγριο μέλλον-
κι είμαστε όλοι εδώ, παρόντες, βάλε μας στη σειρά,
καμάρωσε μας, είμαστε λεγεώνα της παράνομης ελπίδας:
-Ο Αλκιβιάδης, ο Ρεμπώ, ο Σπάρτακος, ο Βερν,
ο Μαγιακόφσκι, ο Αρτώ, η Φρύνη, η Ρόζα Λούξεμπουργκ,
ο Φρανσουά Βιγιόν, ο Γκουεβάρα, η Τζάνις Τσόπλιν,
ο Ροβεσπιέρος, ο Γκουρτζίεφ και ο Λένιν,
ο Άρης, ο Γκάντι, ο Λουμούμπα,
Εσύ κι ο Άλντους Χάξλεϋ και ο Τζιορντάνο Μπρούνο..
Κι εγώ ρε μάγκα, εκεί, σε μιαν ακρούλα, ταπεινή!
Θρασύς και απαράδεκτος αλήτης
ντυμένος τη μεταξωτή μου επιτυχία
να ιερουργώ σαν καρμπονάρος συνωμότης
τις νύχτες που οι υπάλληλοι κοιμούνται
Σα σβήσουνε τα φώτα όλης της πόλης,
κι΄’ αγγίξουνε τα όρια οι συνθήκες.
Φωτιά να βάζω ύπουλα στα σπίτια
να μη μπορεί να με συλλάβει ο δραγάτης
να κολυμπάω στη γαλάζια φαντασία
στα εργαστήρια της υπέρβασης του τρόμου
χιλιομετρώντας το ταξίδι σου το διάφανο
και συμπληρώνοντας ό,τι άφησες στη μέση..
Ε, εσύ, Καραϊσκάκη! Νομίζω, κάτι τρέχει!
Βλέπω ολοκόκκινες ασπίδες να προβάλουν
βλέπω αρχάγγελους με σκάφανδρα ντυμένους
και οπλισμένους με πανάρχαιες απόψεις
που τις ξεθάβει αρμονικά, ο γερο-Χρόνος,
να εφτακλειδώνουνε τα μυστικά στο κάστρο,
ως να περάσει των κρετίνων η φοβία
μέχρι να πέσουν στο ταψί, όλα τα ‘ αστέρια
και να μιλήσουν τα βουνά, που τόσα ξέρουν!
Βλέπω, Καραϊσκάκη μου, ν’ ανθίζει ένα σιχτίρι
το μπαϊράκι μας τινάζουμε και πάλι,
εμείς που ζήσαμε προτού να γεννηθούμε
και γεννηθήκαμε γι' αυτούς που πάντα ζούνε!
Γεια σου γενναίε Στρατηγέ, κοιμήσου λίγο ακόμα
και με τα χέρια μου θαρθώ να σε ξυπνήσω,
να εναρμονίσουμε το χάος μεσ΄ στο χάος
και της Αβύσσου να μετρήσουμε το μπόι,
ψέλνοντας στους πέντε ανέμους τους ταξιδευτές,
της Μεγάλης Ανατροπής το Θούριο, που ψάχνεις..
«Πόρνη Τυραννία!
Πριν απ’ τους λόφους σου γεννηθήκαμε
κι απ’ τις πηγές σου, πριν.
Με ξύδι στα δόντια, και στα μάτια καπνό
τα παιχνίδια μας αποχαιρετίσαμε.
Πόρνη Τυραννία!
Μέσα στα νύχια σου κατοικήσαμε
Και στο γυμνό κρανίο σου.
Γεμάτοι απ’ το Άδειο,
Στην άδεια σου όψη
Τα όνειρά μας επαναφορτίσαμε..
Σταθήκαμε απ’ το μέρος της αιχμής,
στο δίκοπο μαχαίρι της αλήθειας
Αξύριστα πρόσωπα, 
λερές επιδερμίδες, Εμείς..
Χείλη που ατμίζανε, 
της ένδειας την ξινή αποφορά
αγκάθι στου μεθυσμένου
χωριάτη τα χέρια, Εμείς..
Φτωχοί κουρελήδες, 
πικρές περιπέτειες, Εμείς,
Μ’ ένα λοστό κρυμμένο υπόγεια 
στο σφιγμένο μας στόμα..
Σπαθιά ακονισμένα 
τα υγρά μας τα μάτια, ι Εμείς,
Συμπλέξαμε τα χέρια στον ύπνο σου.
Πόρνη Τυραννία!
Οι σάρκες σου,
λύτρα της οργής μας,
Πόρνη,
Πόρνη,
Πόρνη Τυραννία!


http://tro-ma-ktiko.blogspot.com/

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου